υπόπτωτος

-ον, Α [ὑποπίπτω]
1. αυτός που υποπίπτει
2. αυτός που υπόκειται σε κάτι («τὸ νοητὸν αἰσθήσει οὐδαμῶς ἐστι ὑπόπτωτον», Πορφ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὑπόπτωτον — ὑπόπτωτος falling under masc/fem acc sg ὑπόπτωτος falling under neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποπτώτῳ — ὑπόπτωτος falling under masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπόπτωτα — ὑπόπτωτος falling under neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.